Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

από την ζωή του ποιητή...

-ω ποιητή μου ξακουστέ πούθε γυρνα ο νους σου
πως γραφεις τόσο θαυμαστά τι διάθεση που βρίσκεις?

-ελεύθερη είναι η διάθεση και ο νους ψηλά πλανάται
συντροφικότητα ζητα της μοναξιάς ο γάμος

-πως θα μπορέσω και εγώ τόσο όμορφα να γράψω
τον κόσμο που θωρώ πως τόσο όμορφο να περιγράψω?

-συνταγή δεν θα βρείς ούτε δάσκαλο να το σπουδάσεις
ενθουσιασμός θα σε βρει και θα το καταλάβεις
δεν θα μπορείς τότε άλλο να κανεις παρα ποίημα
την ζωή σου στο κάλλος το υπέρλαμπρό να παραδώσεις

-αισθάνομαι πόνο και αναταραχή που δεν κατέχω
τόσο όμορφα να γράφω, τη διάθεση δεν έχω
αλλου πλανάται το μυαλό στα άχρηστα γυρνάει
φροντίδες, έγνοιες, άσχημα το άγχος μου φουντώνουν

-φιλε καλε φιλε αγαπημένε γιατί βαριανασαίνεις;
έκαστος είναι ο καθείς στο είδος του, άλλο πράμα
ποίησε και αμέσως και εσύ ένας ποιητής θα γίνεις
ας μην αφήνεις τις στιγμές στο βρόντο να πηγαίνουν

-μα πως θα γίνω ξακουστός; πως ότι και να κάνω
αν δεν το κάνω εγώ καλά μάταιο τούτο θα είναι

-όλα μες τη ζωή μάταια και αν όπως φαίνονται,
πολύ ευλογια έχουν. σαν τα παιχνίδια των παιδιών
δεν νοιάζονται αν κάποτε τελειώσουν μονο να
παίζουν θέλουν από τον ενθουσιασμό τους

- πολύ καλά κατάλαβα αυτό για τις στιγμές μας
χαράμι τις δωρίζουμε εδώ και εκεί σκορπάμε
μακάρι να'μουν σαν εσέ, όμορφα συναισθήματα
με λόγια να τα ντύνω σε όλους να αρέσουν
και ξακουστά να γίνουν

-αφού λοιπόν κατάλαβες ήδη εσύ γνωρίζεις πως
ότι σκέψεις λέξεις και γραφές από ψυχής, κανένας
δεν τα κρίνει, ούτε καταλαβαίνει αν πρώτα δεν
βρεθεί στη θέση τη δικη σου
τι νόημα να έχει αν εσύ δεν ποιείς πρωτίστως
από ανάγκη; σαν τον πνιγμένο που από μια ρουφηξιά
αέρα άλλο δεν επιθυμεί

- ω ποιητά μου μέγιστε τώρα το ένιωσα θαρρώ
πως δεν είναι οι γραφές που έχουν την αξια
αλλα η ανάγκη την ομορφιά να αναζητεί
ουρί του παραδεισου της ψυχής κελάηδισμα

αστεράκι μου

αστέρι αστεράκι μου στη μοναξιά σου φέγγεις
καίγεσαι λάμπεις και σκιρτάς μονο αυτό γνωρίζεις,
όμως ξέρεις;
και αλλα πολλά καμώματα δικά σου είναι
όπως τραγούδι όταν γίνεσαι στου βάρδου το δοξάρι
εσύ αναδεύεις ζωγράφου χρώματα που τον καμβά στολίζουν
του ποιητή και του γραφέα τον οίστρο σαγηνεύεις
παρήγορα εσύ στέκεις πάνω από τα άρρωστα
την προσευχή προσκυνητή ακούραστα ατενίζεις
συντροφια να κρατάς στο άγρυπνο το μάτι
μα πάνω από όλα όσα και αν θωρείς όσα και αν κατέχεις
σεντόνι πανλευκό αραχνοΰφαντο σκεπάζεις το
άστεγο το ταλαιπωρημένο σαν ελεύθερο γέρνει τον
ημερήσιο κόπο του γλυκα να παραδώσει.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

ΣαλόΣ

αυτοεξόριστος γυρνώ το άφαντο αναζητώ
σπίτι μου το ταξίδεμα ανάπαυση μου ο δρόμος
σκοπός μου το ανύπαρκτο,ο ενθουσιασμός μου
γεννα την κίνηση του νου και του κορμιού ολούθε
Σαλό με ονομάζουνε, μεγίστη τρέλας τέχνη

μεγας τελευταίος πειρασμός

δοκίμασε τον μεγα πειρασμό ως άνθρωπος να ζήσει
και ως θεός το θάνατο να μην τον συναντήσει
σαν είδε το αποτέλεσμα αυτό του πειρασμού του
πως φόβος κυριάρχησε του έργου του δικού του
ελευθερα αποφάσισε και αμέσως αυτό κάνει
παρα να ζει ως άνθρωπος, θεός να αποθάνει

έτσι νικιέται ο θάνατος, φόβος ας μη σε πιάνει
έτσι αντί για σένανε, Χριστός θε να πεθάνει

ζεις εσύ για Αυτόν, πεθαίνει Αυτός για σένα